Γενικά θέματα

Καβατόρε (λατόμος)

Αυτή η ιστορία θα μπορούσε να είναι σύντομη, με τρεις αφηγηματικούς άξονες. Ο πρώτος μιλά για ένα εικαστικό καλλιτέχνη, ένα γλύπτη, ο οποίος, στη γόνιμη μοναξιά του ατελιέ του, κοιτάζει ικανοποιημένος τη μακέτα του τελευταίου έργου του, ενός έφιππου αγάλματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο δεύτερος έχει να κάνει με έναν κάτοικο της Πιετρασάντα, μιας πανέμορφης Τοσκανικής πόλης, ο οποίος, με το που ξημερώνει, χωρίς άλλη βοήθεια πέρα απ΄ τα δυνατά του χέρια και τα γερά του πόδια, αρχίζει να σκαρφαλώνει σαν γάτος πάνω στη λεία και κάθετη πλαγιά ενός βουνού: είναι ένας καβατόρε, ένας εργάτης στα λατομεία του μαρμάρου.

Με τον ήλιο να φλογίζει το κεφάλι του, και με τα μάτια να προσπαθούν να δροσιστούν έστω και λίγο με τη θέα του Τυρρηνικού Πελάγους, ο καβατόρε ψηλαφεί την επιφάνεια του μάρμαρου αγγίζει, σαν να επικαλείται το μεγάλο κοιμητήριο των ηρώων, ώσπου να βρει το σημείο να μπήξει το σιδερένιο πάσσαλο. Σε αυτόν τον πάσσαλο θα δέσει την άκρη ενός μακριού σχοινιού, στην ζώνη του θα δέσει την άλλη άκρη, κι έτσι θα κατεβεί την πιό λεία και ποιο τέλεια πλευρά της πέτρας, για να σημαδέψει με το πελέκι και το καλέμι τα σημεία όπου θα κοπεί το μάρμαρο για το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του αλόγου του.

Εκατό μέτρα πιο κάτω, οι συνάδελφοι του τον κοιτάζουν, ίσως μασουλώντας κομμάτια από <<λαρδί του μαρμαρά>>, παστωμένο αποκλειστικά και μόνο με δεντρολίβανο και τον άνεμο του λατομείου, ή ίσως λοξοκοιτάζοντας ένα εικόνισμα του Ιησού, όπου είναι γραμμένο:<<Ευλόγησε την εργασία μας>>.

Η κοπέλα βαδίζει σηκώνοντας σύννεφα λεπτής μαρμαρόσκονης που η ιστορία της τέχνης έχει αφήσει σε όλες τις γωνιές της Πιετρασάντα, κι όταν φτάνει στο εργαστήριο, χαιρετάει όλους τους συναδέλφους της που έχουν μόλις πιάσει δουλειά και ήδη είναι μες την άσπρη σκόνη από πάνω ως κάτω. Σε μισή ώρα έχει γίνει κι αυτή όπως και οι άλλοι , κι ίσως μόνο τα χέρια της, που χειρίζονται τα παλιά ή σύγχρονα εργαλεία της δουλειάς, να την διαφοροποιούν από τα εκατοντάδες αγάλματα που, στην εύτακτη ακινησία των ένδοξων ηρώων, περιμένουν την άφιξη των μεγάλων καλλιτεχνών για να δεχτούν το τελικό φινίρισμα και την έγκυρη υπογραφή.

Ο καλλιτέχνης, μπορεί και να πέρασε νύχτες και νύχτες ξάγρυπνος, κάνοντας το ένα σχέδιο μετά το άλλο, ώσπου να τον ικανοποιήσει η ακριβής αναπαράσταση του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μπορεί να τον κάνει αγέρωχο ή πράο, ευλαβή ή χαλασμένο από τις νίκες.

Εμένα, όμως, δε με ενδιαφέρουν οι ήρωες των νικών. Εμένα, δε με ενδιαφέρουν οι μαρμάρινοι ήρωες. Με ενδιαφέρουν, όμως, οι καβατόρι, σκαρφαλωμένοι σε εφιαλτικά ύψη ή συνθλιμμένοι από το συχνά άτιμο βάρος της τέχνης. >p>Τον περασμένο Μάιο ήμουν στην Πιετρασάντα κι έζησα τη συγκίνηση που είχε προκαλέσει ο θάνατος δύο καβατόρι. Τους είχε πλακώσει ένας μαρμάρινος όγκος που ξεκόλλησε από λατομείο χωρίς να τους αφήσει χρόνο να κάνουν το παραμικρό. Η περιοχή της Καράρα θρηνεί κάθε χρόνο το θάνατο έξι με οχτώ καβατόρι. Στην κηδεία, ο μοναδικός καλλιτέχνης που ήταν παρών, είπε πως εκείνοι οι δύο καβατόρι ήταν μάρτυρες, πως είχαν δώσει την ζωή τους για την τέχνη. Όμως ένας άλλος, ένας μαρμαράς, έφτυσε την γόπα που κρεμόταν από τα χείλια του, κι έβαλε τα πράγματα στην θέση τους: “Όχι πέθαναν γιατί δεν υπήρχαν μέτρα ασφαλείας. Πέθαναν για ένα μισθό της πείνας”.

Και τότε κατάλαβα, για άλλη μια φορά, πώς η αλήθεια των απλών ανθρώπων αξίζει πιο πολύ από τις αλήθειες της τέχνης.

Εμένα, με ενδιαφέρουν οι μαρμαρογλύπτες της Πιετρασάντα – άντρες και γυναίκες αυτοί που, αν και ξέρουν πως η ζωή τους θα είναι σύντομη, γιατί η μαρμαρόσκονη είναι μια λευκή κατάρα που τους πετρώνει τα πνευμόνια, συνεχίζουν την υπέροχη ανθρώπινη συνήθεια της ομορφιάς και της αρμονίας.

Αν ήμουν γλύπτης και μου ανέθεταν ένα άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η υπογραφή μου στο βάθρο του θα είναι η τελευταία. Πρώτα θ΄ αναγράφονταν τα ονόματα των καβατόρι που διάλεξαν, έκοψαν και κατέβασαν το μάρμαρο από το βουνό πιο κάτω, τα ονόματα των μαρμαράδων που του έδωσαν σχήμα, για να ακολουθήσουν τα ονόματα αυτών που πάστωσαν το λαρδί, που έφεραν το δεντρολίβανο, που έψησαν το ψωμί, που τρύγησαν τα αμπέλια για το δροσάτο κρασί της Τοσκάνης.

Αναγνώστη αν ποτέ βρεθείς μπροστά σε ένα άγαλμα σμιλεμένο σε μάρμαρο της Καράρα, σκέψου τους καβατόρι και τους μαρμαράδες της Πιετρασάντα. Σκέψου τους και χαιρέτησε την ανωνυμία τους.

Από το βιβλίο “ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΥ” του Luis Sepulveda
Mετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης